Οι διάφορες κυβερνήσεις έχουν συμβουλευτικούς οργανισμούς, οι οποίοι θεσπίζουν τα όρια ασφαλείας. Στους οργανισμούς αυτούς η πλειοψηφία ανήκει σχεδόν πάντα σε άτομα, τα οποία είτε άμεσα ανήκουν ή έμμεσα επηρεάζονται από εταιρίες κατασκευής εξοπλισμού ή αντίστοιχων υπηρεσιών (κινητή και ασύρματη τηλεφωνία, παραγωγή και διανομή ηλεκτρικού ρεύματος κλπ.). Οι κυβερνήσεις «αναγκάζονται» να υιοθετήσουν τις αντίστοιχες προτάσεις, φοβούμενες το τεράστιο οικονομικό κόστος που θα προκύψει, άν αναγκαστούν να θεσπίσουν ιδιαίτερα χαμηλά όρια ασφαλείας.

Ετσι η κατάσταση διαιωνίζεται με το πρόσχημα

«Δεν έχει αποδειχτεί επίσημα τίποτα ακόμα…»

Αυτό που αξίζει κανείς να παρατηρήσει στην επίσημη θέσπιση των ορίων ασφαλείας είναι η μεθοδολογία και ο τρόπος σκέψης αυτών που πραγματοποιούν τα τεστ. Το μόνο που ενδιαφέρει είναι οι άμεσες βλάβες που μπορεί να προκύψουν χωρίς καν να εξετάζονται οι μακροπρόθεσμες επιπτώσεις στον οργανισμό.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι, το πως προκύπτουν τα όρια ασφαλείας σε ορισμένα κράτη για την ακτινοβολία από κινητά τηλέφωνα. Απλά ελέγχεται με εξοπλισμό εξομοίωσης, ότι οι ιστοί του εγκεφάλου δεν θα «υπερθερμανθούν» ύστερα από κάποιο συγκεκριμένο χρόνο. Δηλαδή ο εγκέφαλος μας αντιμετωπίζεται σαν «πριζόλα», η οποία τοποθετείται στον «φούρνο μικροκυμάτων» και θέλουμε να είμαστε σίγουροι ότι δεν θα ψηθεί! Καμιά σκέψη δεν γίνεται βέβαια για τις όποιες πιθανές μακροπρόθεσμες επιπτώσεις.

Ας θυμηθούμε απλά τι όρια ασφαλείας ίσχυαν πριν από χρόνια μετά την ανακάλυψη των ακτίνων Roentgen και τι ισχύει σήμερα. Παλαιότερα όλοι βγάζαμε μια ακτινογραφία για το παραμικρό (χαρακτηριστικά μια μητέρα στην Γερμανία έβγαζε ακτινογραφία στο πόδι του παιδιού της κάθε φορά που του αγόραζε παπούτσια, για να δεί αν τα δάχτυλα είναι ευρύχωρα μέσα!). Σήμερα σκεπτόμαστε (όσοι γνωρίζουμε) πάρα πολύ πριν κάνουμε μια ακτινογραφία, ακόμα και αν το πρόβλημα μας είναι σοβαρό. Και όλα αυτά με τα απείρως χαμηλότερα όρια ασφαλείας που ισχύουν σήμερα για τις ακτίνες Roentgen.